βουρλισμένος

βουρλισμένος
η , ο
1) бешеный, взбесившийся, разъярённый;

βουρλισμένος άνεμος — неистовый ветер;

βουρλισμένο πέλαγος — разъярившееся море;

βουρλισμένο γλέντι — шумная пирушка;

2) неуравновешенный, своенравный; с причудами

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "βουρλισμένος" в других словарях:

  • βουρλίζω — και βρουλίζω Ι. 1. περνώ στο βούρλο, αρμαθιάζω 2. κάνω κάποιον να τρέμει σαν βούρλο, ερεθίζω, τρελαίνω II. βουρλίζομαι 1. τρελαίνομαι ή συμπεριφέρομαι σαν τρελός 2. εξαγριώνομαι 3. κυριεύομαι από κάποιον ακράτητη επιθυμία III. (η μτχ. παθ. παρακμ …   Dictionary of Greek

  • βουρλίζομαι — βουρλίζομαι, βουρλίστηκα, βουρλισμένος βλ. πίν. 34 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • βουρλίζω — ισα, ίστηκα, βουρλισμένος 1. ερεθίζω, τρελαίνω, ζουρλαίνω κάποιον: Με βουρλίζεις μ’ αυτά που μου λές. 2. το μέσ., βουρλίζομαι γίνομαι έξω φρενών, έξαλλος: Βουρλίστηκα απ’ την ειρωνεία σου. 3. με κυριεύει σφοδρή επιθυμία: Δε βουρλίζομαι να… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»